Το πρόγραμμα χωρίζεται σε δύο κύκλους. Ο κάθε κύκλος αποτελείται από 12 μαθήματα και η διάρκεια του κάθε μαθήματος είναι 45 λεπτά.



Έναρξη νέων τμημάτων 25 Σεπτεμβρίου 2018!!


Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε στα τηλέφωνα 2310.422.885 & 2310.422.742.

Μουσικούλα

Loading...

11/3/15



Ελεύθερο μουσικό παιχνίδι
Η ανάγκη για παιχνίδι στη βρεφική και πρώιμη νηπιακή ηλικία έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές. Μέσω του παιχνιδιού τα παιδιά συμμετέχουν αυθόρμητα σε δραστηριότητες όπου στόχος είναι η διαδικασία και όχι το αποτέλεσμα (Tarnowski, 1999 ˙ Smithrim,1997)Έχει αποδειχθεί ωστόσο ότι οι ομαδικές δραστηριότητες μέσα στα πλαίσια ενός μουσικού προγράμματος είναι συνδεδεμένες με ευκαιρίες για ελεύθερο μουσικό παιχνίδι (Littleton, 1991).
                Σύνηθες σε αυτά τα προγράμματα είναι ότι κάποια παιδιά δεν ολοκληρώνουν τη δραστηριότητα της ομάδας, κάποια άλλα μεταφέρουν «αντικείμενα» στο κύκλο του ομαδικού παιχνιδιού, άλλα συμμετέχουν έξω από το κύκλο ενώ άλλα παίζουν μόνα τους αγνοώντας τις ομαδικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με ερευνητές όπως η Taggart (2000) και ο Sherman (2000) ακόμη και σε ομαδικές δραστηριότητες, τα παιδιά πρέπει να ακούν, να παρατηρούν και να εξερευνούν μουσικά όπως επιθυμούν. Με αυτό το τρόπο η συνεισφορά κάθε παιδιού στη δημιουργική διαδικασία παίρνει αξία γι’ αυτό και η ποικιλία των διαφορετικών μουσικοκινητικών αποδόσεων θα πρέπει να εκτιμάται. Επομένως, έμφαση πρέπει να δίνεται στην εξερεύνηση και την ελεύθερη μίμηση των παιδιών και όχι τόσο στη πιστή αντιγραφή και αναπαραγωγή των κινήσεων του δασκάλου.[1] 
«Η μουσική είναι ένα επικοινωνιακό και εκφραστικό μέσο, εμπλουτισμένο με ευκαιρίες για εξερεύνηση, αυτοσχεδιασμό, και δημιουργία. Είναι το κατάλληλο μέρος όπου επιτρέπεται και ενισχύεται το ελεύθερο παιχνίδι των μικρών παιδιών»
Tarnowski (1999)

Πως όμως ενθάρρυνεται η μουσική εξερεύνηση των παιδιών;
Η ανάμειξη του γονιού στα πλαίσια αυτών των μαθημάτων είναι ιδιαίτερα σημαντική (Brand, 1986˙ Gordon, 1997˙ Zdzinski, 1996), τόσο για τη μουσική ανάπτυξη των παιδιών όσο και για την ενδυνάμωση της μεταξύ τους σχέσης τους.  Εντούτοις, οι συχνές κυριαρχικές συμπεριφορές και η κριτική διάθεση [2] των γονιών -είτε θετική είτε αρνητική- απέναντι στα παιδιά τους μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τη διακοπή του ελεύθερου μουσικού παιχνιδιού (Berger & Cooper, 2003).



[1] Είτε θετικά αξιολογήσουμε είτε αρνητικά, το παιδί μαθαίνει ότι κάποιος θα κρίνει το «έργο» του, ότι σε κάποιον θα αρέσει ή όχι, κι έτσι σταδιακά μπορεί να οδηγηθεί στην εγκατάλειψη της προσπάθειας.

Tο μουσικό παιχνίδι των παιδιών ενισχύεται όταν οι ενήλικες:
ä       εστιάζουν στη προσπάθεια παρά στον έπαινο που σχετίζεται με τις ικανότητες των παιδιών (π.χ. «Προσπάθησες πολύ για να τα καταφέρεις!» και όχι «Μπράβο! Είσαι μουσικό ταλέντο!») 
ä       παρακολουθούν και δείχνουν προσήλωση στην όλη διαδικασία,
ä       δε διορθώνουν το αντισυμβατικό παίξιμο (π.χ. «Όχι έτσι», «Έλα να σου δείξω»),
ä       δείχνουν ευελιξία και «ελαστικότητα» στις αντιδράσεις των παιδιών (ανάλογα με το δικό τους χρόνο και τρόπο),
ä       κάνουν θετικά σχόλια για τους ήχους που παράγουν τα παιδιά (π.χ. «Έπαιξες πολύ δυνατά το ταμπουρίνο», «Κούνησες πολύ γρήγορα τις μαράκες σου», «Αυτός ο ήχος μου θυμίζει θάλασσα»)
ä       ενθαρρύνουν το παίξιμο είτε θέτοντας ερωτήσεις που οδηγούν σε περαιτέρω εξερεύνηση (π.χ. «Ποιο σημείο του μαθήματος βρήκες πιο ενδιαφέρον;» «Ποιο όργανο σου άρεσε πιο πολύ;») είτε απλά χαμογελώντας τους και
ä       μιμούνται μία δράση
καθιστώντας έτσι τα ίδια τα παιδιά «καλλιτέχνες» σε μία μαθησιακή διαδικασία δημιουργικής φύσης (Fox, 1989˙ Sherman, 2000˙ Kohn, 2001).
Πολλές είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι γονείς τείνουν να θεωρούν ότι το «χαζολόγημα» (messing around) των παιδιών τους είναι κάτι μη μουσικό και περιφρονούν αυτό το είδος παιχνιδιού ως κάτι άσχετο με τη μουσική. Στη πραγματικότητα αυτός είναι ένας φυσικός τρόπος σύνδεσης με τις πραγματικές ανάγκες τους για έκφραση (LaMeri, 1933 ˙ Matthews, 2000).
Εξίσου σημαντικός κρίνεται και ο ρόλος του δασκάλου, ο οποίος δε διδάσκει τεχνικές, αλλά συμμετέχοντας και δίνοντας κατάλληλα ερεθίσματα - χωρίς να επεμβαίνει στη μουσική εξερεύνηση - καλλιεργεί και ενδυναμώνει το δεσμό ανάμεσα σε αυτόν και τα παιδιά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ενισχύεται η κατανόηση των δράσεων, με φυσικό επακόλουθο την εξισορρόπηση και την αλληλοσυμπλήρωση της ελευθερίας και της ομαδικής συμμετοχής σ’ ένα άτυπο οργανωμένο πρόγραμμα (Delalande, 1984 ˙ Lorenzo-Lasa, 2006).

Ας αφήσουμε τα παιδιά «να ενδιαφερθούν για τα αντικείμενα που παράγουν ήχο και να επεκτείνουν αυτή την εξερεύνηση μέχρι να φτάσουν να κάνουν τη δική τους μουσική» Λιάτσου(2003).

[1] Μίμηση δεν είναι πιστή, απλή και τυφλή αντιγραφή, αλλά σκόπιμη, δημιουργική δραστηριότητα «αναπαραγωγής», συμπλήρωσης και τελειοποίησης του προτύπου, παρ’ όλο που στον ψυχολογικό ορισμό της μίμησης είχε επικρατήσει η έννοια της πιστής αναπαραγωγής. Πρόσφατοι ερευνητές αντικατέστησαν τη λέξη αναπαραγωγή, με τον όρο «μοίρασμα» (Kugiumutzakis, 2005). Όρισαν δηλαδή τη μίμηση, ως «μοίρασμα, λίγο-πολύ της ίδιας της πράξης, των ίδιων συγκινήσεων (κινήτρων) και των ίδιων προθέσεων επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο υποκείμενα».

[2] Είτε θετικά αξιολογήσουμε είτε αρνητικά, το παιδί μαθαίνει ότι κάποιος θα κρίνει το «έργο» του, ότι σε κάποιον θα αρέσει ή όχι, κι έτσι σταδιακά μπορεί να οδηγηθεί στην εγκατάλειψη της προσπάθειας.


Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος:
Α) Των διπλωματικών εργασιών
·         Δαδάτση Νικολέτα (2014), Μουσική κίνηση και σώμα κατά τη προσχολική ηλικία: Σύγχρονες εκπαιδευτικές και κιναισθητικές προσεγγίσεις, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
·         Τσελεπή Αντιγόνη (2014),  Η επικοινωνιακή μουσικότητα της σχέσης γονιού και παιδιού κατά τη βρεφική και πρώιμη νηπιακή ηλικία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Β)Των παρακάτω άρθρων
        
                                                   Τα έμβρυα θυμούνται!
Επιστήμονες από το γαλλικό πανεπιστήμιο, Descartes ανακάλυψαν ότι τα μωρά από τον πρώτο μήνα της ζωής τους θυμούνται τη μουσική που άκουγαν στη μήτρα, κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης της μητέρας τους. Συγκεκριμένα, η ψυχοβιολόγος, Carolyn Granier- Deferre και η ομάδα της, ζήτησαν από πενήντα εγκύους να ακούνε μια συγκεκριμένη μελωδία πιάνου δύο φορές την ημέρα. Οι μελετητές έβαλαν στα νεογνά κατά τις πρώτες τριάντα ημέρες της ζωής τους την ώρα που κοιμούνταν, να ακούνε την ίδια μελωδία που άκουγαν όσο βρίσκονταν στη μήτρα αλλά και μια ακόμη, που ήταν διαφορετική.
        Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όλα τα νήπια παρουσίαζαν σημαντική αλλαγή στους καρδιακούς τους παλμούς όταν ήταν εκτεθειμένα στη μουσική. Εκείνο που παρατηρήθηκε ωστόσο, από την ομάδα ήταν ότι τα μωρά που άκουγαν μια “γνώριμη” μελωδία εμφάνιζαν επιβράδυνση των καρδιακών τους παλμών και συγκεκριμένα, επιβράδυνση που οριζόταν σε δώδεκα χτύπους το λεπτό, ενώ στο άκουσμα μιας άγνωστης μουσικής, οι παλμοί επιβραδύνονταν κατά πέντε ή έξι χτύπους.
        Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν οι επιστήμονες ήταν ότι οι τρεις εβδομάδες της προγεννητικής έκθεσης σε μια συγκεκριμένη μελωδία διαμορφώνουν το αυτόνομο νευρικό τους σύστημα και την ακουστική τους επεξεργασία, τουλάχιστον έξι εβδομάδες αργότερα, όταν τα νήπια είναι ενός μηνός. Αυτό σημαίνει πως ένα μωρό μπορεί να να ανταποκριθεί πολύ περισσότερο σε μελωδίες που άκουγε η μητέρα του, όταν εκείνο ήταν ακόμη στην κοιλιά της. Γενικά, τα μουσικά ακούσματα μιας μητέρας στο παιδί έχουν μεγάλη επίδραση επάνω του, όπως ήχοι ή λέξεις. Άλλωστε, τα μωρά είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται την ομιλία των γύρω τους.
        Σύμφωνα με την Granier- Deferee, “Τα έμβρυα, τέσσερις ή πέντε εβδομάδες πριν γεννηθούν, αρχίζουν να εκτίθενται σε όλων των ειδών τους ήχους που προέρχονται από το μητρικό περιβάλλον. Αν οι μητέρες θέλουν να ενθαρρύνουν το μουσικό αισθητήριο των παιδιών τους, μπορούν αμέσως μετά τη γέννηση, να επιλέγουν συγκεκριμένους ήχους που θα ξέρουν ότι ευχαριστούν ένα παιδί. Κατά την εμβρυική περίοδο, δυστυχώς οι προτιμήσεις παραμένουν συγκεχυμένες”. 
       Αν ωστόσο, πολλές μητέρες από τον ενθουσιασμό τους σκεφτούν να ακουμπήσουν στην κοιλιά τους, συσκευές που παίζουν μουσική για να ακούει καλύτερα το παιδί, πρέπει να το αποφύγουν καθώς μια τέτοια κίνηση μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για το παιδί. “Εάν η μουσική είναι πολύ δυνατή για το εμβρυικό αυτί ή έχει πολλή διάρκεια, μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα καταστροφική. Ένα τραγούδι από τη φωνή της μητέρας είναι ένα από τα πιο ξεχωριστά μέρη του φυσικού ηχητικού περιβάλλοντος”.
        Ένα παιδί που βρίσκεται λοιπόν, μέσα στη μήτρα μπορεί “να δει, να ακούσει, να νιώσει, να γευτεί”, αλλά πρωτίστως να φέρει μαζί του τους ήχους που επέλεγε η μητέρα του να ακούει. Ένα έμβρυο λοιπόν φαίνεται πως είναι σε θέση να αποτυπώσει στους νευρώνες του εγκεφάλου όσο αναπτύσσεται τις μελωδίες που ακούει όσο βρίσκεται στη μήτρα και μπορεί να τις θυμάται και μετά τη γέννησή του. 
        Πέρα από τις μελωδίες της μητέρας ωστόσο, ένα έμβρυο είναι σε θέση να ακούσει και την φωνή του πατέρα του εξίσου καθαρά ή να ξεχωρίσει τις μελωδίες που ακούει ο ίδιος. Στο άκουσμα της πατρικής φωνής, υπάρχει μεγάλη συναισθηματική διαφορά στα έμβρυα. Όταν ένας πατέρας μιλάει με απαλή φωνή, απευθυνόμενος στην κοιλιά της γυναίκας του, το νεογέννητο είναι σίγουρο ότι μπορεί να ξεχωρίσει αυτή τη φωνή που άκουγε και μέσα στη μήτρα, ακόμη και από την πρώτη ή δεύτερη ώρα της γέννησής του.
        Ένας γνώριμος ήχος στα αυτιά του νεογέννητου είναι σε θέση να διακόψει το επίμονο κλάμα του, μπορεί να το κάνει να νιώσει οικειότητα από τον απαλό τόνο της φωνής που ακούει και ξέρει να ξεχωρίζει γιατί είναι οικείος. Προσοχή λοιπόν στις μελωδίες κατά τη διάρκεια της κύησης.